Γράφω απόψε αυτό το κείμενο και μάλλον δεν βγαίνει νόημα. Είναι ξημερώματα, το κλιματιστικό για κάποιο λόγο δεν λειτουργεί και έχω ανοίξει το παράθυρο αναζητώντας λίγη δροσιά. Η ζέστη αποπνικτική, η υγρασία βαραίνει τον αέρα και ένα χλωμό φεγγάρι κρύβεται πίσω από τους ουρανοξύστες της Μπανγκόκ. Αυτός είναι ο ένας κόσμος. Στα ψηλά οι προνομιούχοι, στα θεμέλια οι αναλώσιμοι. Μένω σε ένα διώροφο κτήριο, να θεωρήσω λοιπόν πως βρίσκομαι κάπου στη μέση. Δεν θέλω κιόλας να πάω στα ψηλά. Θέλω να μπορώ πάντα να πατάω στα θεμέλια.
Έφυγα κάποτε από την Ελλάδα χωρίς να ξέρω τι ζητάω. Δεν έψαχνα μια καλύτερη δουλειά, ούτε μια καλύτερη ζωή. Οποτε βρήκα αυτές τις "καλές δουλειές" τις αρνήθηκα και ξαναβγήκα στο ψάξιμο. Κανένας τόπος, κανένας άνθρωπος δεν με κράτησε πολύ. Μια βαλίτσα που την κουβαλούσα παντού. Απλά την έπαιρνα και έφευγα και άφηνα πίσω ένα κομμάτι του εαυτού μου. Αυτό που δεν ήθελα να κουβαλάω.