Long you live and high you fly

And smiles you"ll give and tears you"ll cry

And all you touch and all you see

Is all your life will ever be




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Θύματα και θύτες

Κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 80 που πήγα στο Δημοτικό, κανείς δεν μιλούσε για bullying. Όχι ότι δεν υπήρχε, απλά δεν είχε όνομα και (ίσως) τις διαστάσεις που έχει πάρει σήμερα. Μπορεί και τότε το πρόβλημα να ήταν μεγάλο αλλά δεν είχαμε διαδίκτυο, δεν μιλούσαμε για αυτό και το βάζαμε στην κατηγορία της "πλάκας".
Ως γνωστό, όταν δεν μιλάς για κάτι, δεν υπάρχει, έτσι δεν είναι;
Ήμουν ένα παιδί με μεγάλη αδυναμία στη μητέρα του. Δεν ξεκολλούσα από δίπλα της-είχα φτιάξει τον μικρόκοσμο μου στην προστατευμένη αγκαλιά της μαμάς μου και όταν ξαφνικά βρέθηκα στη μεγάλη τάξη του δημοτικού, φάνηκε από την αρχή ότι το θέμα δεν θα πήγαινε καλά. Για την ακρίβεια είχε ήδη φανεί από το νηπιαγωγείο όταν η ανεκδιήγητη "παιδαγωγός" με έβαζε τιμωρία επειδή ντρεπόμουν να πω το ποίημα μου μπροστά στη  τάξη- αλλά ποιος δίνει σημασία τώρα στο νηπιαγωγείο, έτσι δεν είναι;
Στο Δημοτικό ήμουν από εκείνα τα παιδάκια που δεν μιλούσαν πολύ (αδύνατον να το πιστέψει κάποιος αυτό σήμερα αλλά έτσι ήταν). Είχα επίσης την ατυχία να μην είμαι καλή στα ομαδικά παιχνίδια και να μην τρέχω γρήγορα -αργότερα ανακάλυψα ότι είχα ταλέντο στις μεγάλες αποστάσεις τότε όμως αυτό δεν είχε καμία σημασία. Και κάπου εκεί άρχισαν τα προβλήματα.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ο χρόνος

 Πέρσι αρχές της άνοιξης ήταν, ίσως και νωρίτερα δεν θυμάμαι ακριβώς, έφευγα (πάλι) από μια σύντομη επίσκεψη στο πατρικό μου στην Ελλάδα για να επιστρέψω στην Βόρεια Κορέα. Στην πόρτα του σπιτιού μαζί με τον γιο μου και τις βαλίτσες μας. Η αδερφή μου στο αυτοκίνητο, περίμενε να μας πάει στο αεροδρόμιο.
Στο διπλανό σπίτι  ζούσε  η ηλικιωμένη θεία μου. Βαριά άρρωστη και εξαρτημένη από την αιμοκάθαρση. Η κατάσταση της να πηγαίνει άλλοτε καλά και άλλοτε πολύ άσχημα. Ο γιος της κουραζόταν και αγανακτούσε, η νύφη της την μισούσε.
Εκείνη-που δεν ήταν και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου για να λέμε την αλήθεια- καθόταν μόνη της  με την τηλεόραση μόνιμα ανοιχτή, τον συνδετικό της κρίκο με την ζωή των άλλων- μια ζωή που για εκείνη υπήρχε πλέον μόνο στην οθόνη. 
Μέσα στα σκοτεινά, πολλές φορές παράκουε τις εντολές των γιατρών πίνοντας κάποια μπύρα ή τρώγοντας κάτι απαγορευμένο.  Συχνά μας ζητούσε να πάμε να της αγοράσουμε αυτά τα απαγορευμένα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες για να μας πείσει. Δυσανασχετούσαμε αλλά της τα αγοράζαμε. Δεν ξέρω γιατί υποκύπταμε, ίσως την λυπόμασταν, ίσως θέλαμε απλά να της κάνουμε το χατήρι, ίσως πάλι βαριόμασταν να το συζητήσουμε και θέλαμε να μας αφήσει ήσυχους.
Και έτσι κουτσοζούσε, ανάμεσα σε νοσοκομεία, τις προσβολές της νύφης της, τα λόγια του παιδιού της, τα εγγόνια που δεν έρχονταν να την δουν, την ανοιχτή τηλεόραση και τους ήχους από την διπλανή πολυκατοικία. Αυτή η πολυκατοικία που υψώθηκε ξαφνικά και έκρυψε το μοναδικό κομμάτι ουρανού που ακόμα φαινόταν σε εκείνη την εργατική συνοικία της Αθήνας που μεγάλωσα.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Στη ρωγμή του χρόνου*

 
Δευτέρα βράδυ και τελευταία μέρα του 2012. Οι δρόμοι έχουν μια περίεργη ησυχία. Λίγα αυτοκίνητα και ακόμα λιγότεροι περαστικοί.  Ίσως φταίει η βροχή, ίσως η κρίση, ίσως και τίποτα από τα δύο. Ίσως είναι απλά ένα ήσυχο βράδυ σε μια γειτονιά της Αθήνας.
 
Η ώρα είναι έντεκα και θέλουμε να προλάβουμε την αλλαγή του χρόνου με τους δικούς μας ανθρώπους.
Η λεωφόρος είναι σχεδόν άδεια. Οι δρόμοι είναι παγωμένοι και η βραδινή υγρασία ποτίζει τα ρούχα.  Ανυπομονώ να βρεθώ σπίτι, κρυώνω και έχω ήδη ένα δυνατό πονοκέφαλο. Τα φώτα στα σπίτια λιγοστά, κάποια χρωματιστά λαμπάκια σε δύο-τρία  παράθυρα και ένας αδέσποτος σκύλος ψάχνει να βρει ζέστη σε  ένα εγκαταλελειμμένο φορτηγό.
 
Στην στροφή το φανάρι ανάβει κόκκινο. Η παγωνιά θολώνει τα τζάμια κάνοντας την μοναξιά των δρόμων απόκοσμη. Στη γωνία στέκεται και απόψε ένας άντρας πουλώντας χαρτομάντιλα σε ανύπαρκτους πελάτες.
Είναι ο αόρατος "Πακιστανός" (ή από το Μπαγκλαντές, ή από την Ινδία, ποιος ξέρει, ποιος νοιάζεται) των φαναριών. Κάθε μέρα εκεί, στο ίδιο πόστο, με τα ίδια χαρτομάντιλα. Οι δρόμοι άδειοι αλλά αυτός εκεί, στη γωνία. Με το παλιό κασκόλ τυλιγμένο στο κεφάλι, στην αλλαγή ενός χρόνου που παραμένει στάσιμος. Στην αλλαγή μια ζωής που η τύχη έφερε αλλιώς. 

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Σκόρπια λόγια

Γράφω απόψε αυτό το κείμενο και μάλλον δεν βγαίνει νόημα. Είναι ξημερώματα, το κλιματιστικό για κάποιο λόγο δεν λειτουργεί και έχω ανοίξει το παράθυρο αναζητώντας λίγη δροσιά. Η ζέστη αποπνικτική, η υγρασία βαραίνει τον αέρα και ένα χλωμό φεγγάρι κρύβεται πίσω από τους ουρανοξύστες της Μπανγκόκ. Αυτός είναι ο ένας κόσμος. Στα ψηλά οι προνομιούχοι, στα θεμέλια οι αναλώσιμοι. Μένω σε ένα διώροφο κτήριο, να θεωρήσω λοιπόν πως βρίσκομαι κάπου στη μέση. Δεν θέλω κιόλας να πάω στα ψηλά. Θέλω να μπορώ πάντα να πατάω στα θεμέλια.
 
Έφυγα κάποτε από την Ελλάδα χωρίς να ξέρω τι ζητάω. Δεν έψαχνα μια καλύτερη δουλειά, ούτε  μια καλύτερη ζωή. Οποτε βρήκα αυτές τις "καλές δουλειές" τις αρνήθηκα και ξαναβγήκα στο ψάξιμο. Κανένας τόπος, κανένας άνθρωπος δεν με κράτησε πολύ. Μια βαλίτσα που την κουβαλούσα παντού. Απλά την έπαιρνα και έφευγα και  άφηνα πίσω ένα κομμάτι του εαυτού μου. Αυτό που δεν ήθελα να κουβαλάω.  

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Νυχτερινές σκέψεις..

Έχω ξαναπεί πως αποφεύγω να γράφω αργά το βράδυ. Είναι ώρες που οι αναρτήσεις κινδυνεύουν να γίνουν εξομολογήσεις και ξέρω πως αυτό είναι κάτι που απεχθάνομαι. Ξέρω επίσης πως θα το μετανιώσω. Ως συνήθως όμως  το κάνω.

Τον τελευταίο καιρό, όταν η κούραση αφήνει λίγο χώρο για σκέψη, σκέφτομαι τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας.. Αυτές οι επιλογές, τα ναι και τα όχι μας, αυτά που βρήκαμε και αυτά που χάσαμε, όλα εκείνα που μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα. Και συνεχίζουν να μας οδηγούν. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που καθορίζει τη ζωή μας πιο πολύ: τα ναι ή τα όχι; αυτά που βρήκαμε ή εκείνα που φοβηθήκαμε να ψάξουμε...

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Μια ιστορία, μέρος πρώτο...

Μια μικρή παγωμένη πόλη του βορρά. Σαν πρώτη εντύπωση, μάλλον απογοητεύει. Ο χειμώνας βαρύς, το σκοτάδι πυκνό, οι άνθρωποι στους δρόμους λιγοστοί και η πόλη αφόρητα μελαγχολική και  βαρετή και ας έχει ένα από τα πιο γνωστά πανεπιστήμια της χώρας. Δεν έχει ιστορικό κέντρο, ούτε μεγάλους εμπορικούς δρόμους, ούτε καν εκείνη την γραφική ομορφιά των πόλεων του βορρά που όσο και αν σε μελαγχολούν σου αφήνουν μια γλυκειά προσμονή να επιστρέψεις. Εχει όμως το λιμάνι. Εκεί που κάθε βράδυ τα πλοία διασχίζουν την παγωμένη θάλασσα με προορισμό τις μακρινές χώρες του βορρά. Από το παράθυρο μου παρατηρούσα με τις ώρες αυτά τα πλοία να φεύγουν…τον ήχο της αποβάθρας, τα φώτα που έσπαζαν την παγερή μονοτονία, τα πλοία που διέσχιζαν την σκοτεινή θάλασσα και χάνονταν στον ορίζοντα. Το σούρουπο καθώς το παγωμένο γκρίζο μπλέ του ουρανού έδινε τη θέση του σε ένα βαθύ κόκκινο, τα καράβια μου κρατούσαν συντροφιά. Και τότε τον έβλεπα. Ηταν πάντα εκεί, φορούσε το ίδιο μάυρο παλτό και καθόταν στην ίδια θέση κοιταζοντας τα πλοία, σαν να περίμενε κάτι που δεν θα ερχόταν ποτέ.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...