Long you live and high you fly

And smiles you"ll give and tears you"ll cry

And all you touch and all you see

Is all your life will ever be




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Η διάψευση της ελπίδας


Το 2013, μαζί με το Στυλιανό Παπαρδέλα, ξεκινήσαμε μια μεγάλη έρευνα για τη φτωχοποίηση των Ελλήνων και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Με τον Στέλιο είχαμε δουλέψει μαζί στην Αφρική και την Ασία. Είχαμε ταξιδέψει και οι δύο αρκετά, είχαμε δει φτώχεια και εξαθλίωση και είχαμε αντιμετωπίσει καταστάσεις που ο μέσος άνθρωπος δεν ζει (με όσα αρνητικά ή θετικά συνεπάγεται αυτό). Τον πήρα λοιπόν τηλέφωνο εκείνο το καλοκαίρι που θα ερχόμουν Ελλάδα και του είπα ότι είναι καιρός να δούμε και στην ίδια μας τη χώρα τι ακριβώς συμβαίνει.  Ο Στέλιος όπως πάντα ενθουσιάστηκε, πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και ξεκινήσαμε. Φτωχοποίηση, δημόσιο σύστημα υγείας, μετανάστευση, εξαρτήσεις, μεσαία τάξη, χρήστες ουσιών- αποφασίσαμε να δούμε το θέμα σφαιρικά σε μια σειρά από μεγάλα ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκαν  στη Huffington Postστην Ελευθεροτυπία, στο Spiegel, στο Al Jazeera.  

Θυμάμαι την ημέρα που γυρίσαμε από το Πέραμα και τον Κορυδαλλό. Ήμασταν ασυνήθιστα σιωπηλοί.  Κατευθυνθήκαμε στο αυτοκίνητο χωρίς να κοιτάει ο ένας τον άλλο. Για πρώτη φορά δεν ξέραμε τι να πούμε, έστω κάτι να ελαφρύνουμε την ατμόσφαιρα. Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο Στέλιος. Περίμενα να κάνει κάποιο τα συνηθισμένα του αστεία, αλλά πολύ σοβαρός μου είπε: «πίστευα πως αυτά θα τα έβλεπα μόνο στις φαβέλες και στην Ουγκάντα. Όχι όμως εδώ στην ίδια μου την χώρα».

Σύριοι πρόσφυγες στην Ελλάδα περιμένουν τα χαρτιά που υποσχέθηκε η πολιτεία.
Η 36χρονη γυναίκα έχασε το πόδι της από ελεύθερο σκοπευτή στη Λαττάκεια.
Τη γνωρίσαμε στο Πάρκο Ασυρμάτου στον Αγιο Δημήτριο όπου 60 άνθρωποί ζουν
απο τη φιλανθρωπία του κόσμου παγιδευμένοι στο σύστημα ασύλου.
credit: Στυλιανός Παπαρδέλας

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ο χρόνος

 Πέρσι αρχές της άνοιξης ήταν, ίσως και νωρίτερα δεν θυμάμαι ακριβώς, έφευγα (πάλι) από μια σύντομη επίσκεψη στο πατρικό μου στην Ελλάδα για να επιστρέψω στην Βόρεια Κορέα. Στην πόρτα του σπιτιού μαζί με τον γιο μου και τις βαλίτσες μας. Η αδερφή μου στο αυτοκίνητο, περίμενε να μας πάει στο αεροδρόμιο.
Στο διπλανό σπίτι  ζούσε  η ηλικιωμένη θεία μου. Βαριά άρρωστη και εξαρτημένη από την αιμοκάθαρση. Η κατάσταση της να πηγαίνει άλλοτε καλά και άλλοτε πολύ άσχημα. Ο γιος της κουραζόταν και αγανακτούσε, η νύφη της την μισούσε.
Εκείνη-που δεν ήταν και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου για να λέμε την αλήθεια- καθόταν μόνη της  με την τηλεόραση μόνιμα ανοιχτή, τον συνδετικό της κρίκο με την ζωή των άλλων- μια ζωή που για εκείνη υπήρχε πλέον μόνο στην οθόνη. 
Μέσα στα σκοτεινά, πολλές φορές παράκουε τις εντολές των γιατρών πίνοντας κάποια μπύρα ή τρώγοντας κάτι απαγορευμένο.  Συχνά μας ζητούσε να πάμε να της αγοράσουμε αυτά τα απαγορευμένα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες για να μας πείσει. Δυσανασχετούσαμε αλλά της τα αγοράζαμε. Δεν ξέρω γιατί υποκύπταμε, ίσως την λυπόμασταν, ίσως θέλαμε απλά να της κάνουμε το χατήρι, ίσως πάλι βαριόμασταν να το συζητήσουμε και θέλαμε να μας αφήσει ήσυχους.
Και έτσι κουτσοζούσε, ανάμεσα σε νοσοκομεία, τις προσβολές της νύφης της, τα λόγια του παιδιού της, τα εγγόνια που δεν έρχονταν να την δουν, την ανοιχτή τηλεόραση και τους ήχους από την διπλανή πολυκατοικία. Αυτή η πολυκατοικία που υψώθηκε ξαφνικά και έκρυψε το μοναδικό κομμάτι ουρανού που ακόμα φαινόταν σε εκείνη την εργατική συνοικία της Αθήνας που μεγάλωσα.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Στη ρωγμή του χρόνου*

 
Δευτέρα βράδυ και τελευταία μέρα του 2012. Οι δρόμοι έχουν μια περίεργη ησυχία. Λίγα αυτοκίνητα και ακόμα λιγότεροι περαστικοί.  Ίσως φταίει η βροχή, ίσως η κρίση, ίσως και τίποτα από τα δύο. Ίσως είναι απλά ένα ήσυχο βράδυ σε μια γειτονιά της Αθήνας.
 
Η ώρα είναι έντεκα και θέλουμε να προλάβουμε την αλλαγή του χρόνου με τους δικούς μας ανθρώπους.
Η λεωφόρος είναι σχεδόν άδεια. Οι δρόμοι είναι παγωμένοι και η βραδινή υγρασία ποτίζει τα ρούχα.  Ανυπομονώ να βρεθώ σπίτι, κρυώνω και έχω ήδη ένα δυνατό πονοκέφαλο. Τα φώτα στα σπίτια λιγοστά, κάποια χρωματιστά λαμπάκια σε δύο-τρία  παράθυρα και ένας αδέσποτος σκύλος ψάχνει να βρει ζέστη σε  ένα εγκαταλελειμμένο φορτηγό.
 
Στην στροφή το φανάρι ανάβει κόκκινο. Η παγωνιά θολώνει τα τζάμια κάνοντας την μοναξιά των δρόμων απόκοσμη. Στη γωνία στέκεται και απόψε ένας άντρας πουλώντας χαρτομάντιλα σε ανύπαρκτους πελάτες.
Είναι ο αόρατος "Πακιστανός" (ή από το Μπαγκλαντές, ή από την Ινδία, ποιος ξέρει, ποιος νοιάζεται) των φαναριών. Κάθε μέρα εκεί, στο ίδιο πόστο, με τα ίδια χαρτομάντιλα. Οι δρόμοι άδειοι αλλά αυτός εκεί, στη γωνία. Με το παλιό κασκόλ τυλιγμένο στο κεφάλι, στην αλλαγή ενός χρόνου που παραμένει στάσιμος. Στην αλλαγή μια ζωής που η τύχη έφερε αλλιώς. 

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Ενα ασήμαντο περιστατικό..

Χτες έγινα μάρτυρας ενός ασήμαντου περιστατικού. Σε ένα καφέ, σε μια "καλή" περιοχή της Αθήνας. Μοναδικοί πελάτες εγώ και δύο νεαρές γυναίκες, ντυμένες πολύ κομψά-μια νότα πολυτελείας στην γενική κατήφεια.
 Ένας ηλικιωμένος κύριος μπαίνει στο κατάστημα. Η κοπέλα του καφέ, τον χαιρετάει εγκάρδια και υποθέτω πως γνωρίζονται. Ο κύριος, κοντά στα 70, με στρογγυλά γυαλιά,  περιποιημένη γενειάδα και μια φυσιογνωμία τόσο ευγενική που με έκανε να σκεφθώ πως αυτός θα ήταν ο παππούς που θα ήθελα να είχα.
Κοιτάζει αρκετή ώρα τον κατάλογο και παραμένει σκεφτικός. Τελικά επιλέγει ένα απλό καφέ και βγάζει να πληρώσει με κέρματα. Παρατηρώ πως η κοπέλα του σερβίρει διπλό μέγεθος μαζί με μια γενναία ποσότητα από κουλουράκια. Οι δύο κοπέλες πίσω μου τον κοιτάζουν ειρωνικά. Η πιο ψηλή, λέει στην διπλανή της χαμηλόφωνα-όχι όμως τόσο ώστε να μην την ακούσω "κοίτα μετράνε και το ευρώ και θέλουν και καφέ".

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Μια βόλτα στην Αθήνα

Σήμερα συμπληρώνω 3 εβδομάδες στην Αθήνα. Δυσκολεύομαι να γράψω, δεν ξέρω τι να πω, θα έλεγε κανείς πως έχω στερέψει από ιδέες..Σπάνια μου συμβαίνει αυτό και όταν συμβεί συμπίπτει πάντοτε με τον ερχομό μου στην Ελλάδα..Δεν θέλω να πιστεύω πως ευθύνεται η πόλη μου για αυτή την "ανυδρία". Έχω ζήσει σε πόλεις που ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από την Αθήνα σε συνθήκες που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν με ότι βιώνουμε στη χώρα μας. Όμως κατά κάποιο τρόπο αυτό δεν με άγγιζε ποτέ. Ίσως γιατί ένιωθα πως δεν με αφορούσε, ίσως γιατί δεν ήταν η δική μου ιστορία.
Στην Αθήνα είναι διαφορετικά. Παρόλο που δεν μένω πια εδώ και είμαι πλέον επισκέπτης νιώθω το γκρίζο της πόλης να με παρασύρει. Ίσως επειδή όσο και αν θεωρώ τον εαυτό μου πολίτη του κόσμου, βαθιά μέσα μου οι δεσμοί μου με την Ελλάδα παραμένουν αμετάβλητοι. Και ναι, με στεναχωρεί αυτό που βλέπω και με επηρεάζει όσο και να μη θέλω να το παραδεχτώ..

Πριν λίγες μέρες αποφάσισα να κάνω μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Η ιδέα ήταν να περπατήσω όλο το ιστορικό κέντρο και έπειτα να συνεχίσω στις πιο γκετοποιημένες περιοχές της πρωτεύουσας, και να "δω" την πόλη μέσα από το φωτογραφικό μου φακό.
Τελικά άφησα την φωτογραφική μηχανή για την επόμενη φορά και κατέβηκα. Ήθελα να δω τις αλλαγές που έχει επιφέρει η "κρίση" στο κέντρο της Αθήνας. Μάλλον ουτοπικό, καθώς οι ριζικές αλλαγές που φέρνει μια κοινωνική κρίση δεν είναι  ορατές με γυμνό μάτι. Στα κλειστά καταστήματα και στους αστέγους θα δεις τη μια όψη του δράματος-την εύκολη- το αληθινό πρόσωπο όμως, αυτό που διαλύει τον κοινωνικό ιστό και φέρνει απόγνωση και καταστροφή θα το βρεις μόνο πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών.

Περπατώντας λοιπόν στο κέντρο της Αθήνας, αντιμετώπισα την συνηθισμένη εικόνα παρακμής, μια εικόνα που θυμάμαι εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Σαφώς η κίνηση ήταν  λιγότερη και τα ενοικιαστήρια στα εμπορικά του κέντρου περισσότερα. Το ίδιο όμως βλοσυρό βλέμμα, το ίδιο βιαστικό βήμα και δυστυχώς η ίδια αγένεια στους ανθρώπους.
Κάποιοι Αφρικανοί άπλωναν την πραμάτεια τους στα βρώμικα πεζοδρόμια με τις μαυρισμένες πλάκες, και οι ασιάτες πουλούσαν ομπρέλες και πλαστικά παιχνίδια ρίχνοντας βιαστικές ματιές γύρω τους.
 Όσο προχωρούσα στο κέντρο η πόλη απλωνόταν μπροστά μου μέσα στη συνηθισμένη της γύμνια. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ δήμαρχος που να την αγάπησε, αλλά σίγουρα δεν υπήρξε ποτέ δήμαρχος που να ενδιαφέρθηκε να την βελτιώσει. Το κέντρο μάλλον λειτουργούσε ως ένα τεράστιο  χωνευτήρι, στο οποίο πετούσαμε μέσα ότι δεν θέλαμε να βλέπουμε: ανεπιθύμητους ξένους, τοξικομανείς, αστέγους, ότι η πολιτεία πίστευε πως αν δεν το βλέπει θα εξαφανιστεί.. Μόνο που δεν εξαφανιζόταν ποτέ, αντιθέτως διογκωνόταν και διεκδικούσε αυτά που το κράτος αρνήθηκε να δώσει...

Παρατηρώ γύρω μου κάποιους ανθρώπους να σκαλίζουν με ξύλα τα σκουπίδια και άλλους να σπρώχνουν καροτσάκια φορτωμένα με χαρτόκουτα και κιβώτια. Οι περισσότεροι μοιάζουν να είναι από κάποια χώρα της Κεντρικής Ασίας..Είναι άραγε και αυτό ένα δείγμα της κρίσης ή είναι απλά το αποτέλεσμα της αδιαφορίας και της κοντόφθαλμης πολιτικής του ελληνικού κράτους απέναντι στο θέμα των μεταναστών; Δεν έχει και τόση σημασία η απάντηση καθώς πλέον έχουμε μάθει όλα να τα αποδίδουμε στην κρίση και να ξεχνάμε πως πρόκειται για χρόνια προβλήματα και όχι για χθεσινά.

Καθώς κατεβαίνω την Ερμού, περνάω το Μοναστηράκι και κατευθύνομαι στις λιγότερο "τουριστικές" γειτονιές, μετράω τα μικρά εμπορικά καταστήματα που έχουν κλείσει. Μου φαίνεται πως τα ενοικιαστήρια στα βρώμικα ρολά με τα γκράφιτι είναι κάπως περισσότερα. Δεν με εκπλήσσει. Αναρωτιέμαι πως επιβίωναν τόσα χρόνια. Ένα τέτοιο σχήμα με δεκάδες μικρομάγαζα δεν ήταν ποτέ βιώσιμο οικονομικά. Από τη μια η ευκολία με την οποία οι τράπεζες έδιναν τα  δάνεια σε επιχειρήσεις που φαίνονταν από την αρχή χωρίς προοπτική και από την άλλη η λογική του να γίνουμε τα αφεντικά του εαυτού μας ενέτεινε το φαινόμενο..Και μετά ήρθε η κρίση...

Διασχίζω μια κεντρική πλατεία με ένα άθλιο παρκάκι στη μέση..λίγα θλιβερά δέντρα και βρώμικα μαρμάρινα παγκάκια..σκουπίδια και ακαθαρσίες σκύλων στις πλάκες του δρόμου. Στο παρκάκι αυτό ανθρώπινες σκιές περιφέρονται..Το θυμάμαι αυτό το μέρος..Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, είχα συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα στήριξης τοξικομανών ..Ανταλλάσσαμε σύριγγες, μοιράζαμε προφυλακτικά και ενημερώναμε για τις μεταδιδόμενες ασθένειες...Και τότε και τώρα οι ίδιες ανθρώπινες σκιές, το ίδιο κενό βλέμμα, το απόλυτο τίποτα..Ο χρόνος έχει μείνει κενός, τίποτα δεν έχει αλλάξει...

Αλήθεια τι πήγε στραβά σε αυτή τη χώρα; Γιατί ο λαός μας παρέμεινε κοινωνικά ανώριμος και απαίδευτος (όχι αμόρφωτος, απαίδευτος) ώστε αυτές τις εικόνες να τις ανεχόμαστε; Ακόμα και σήμερα που η κατάσταση έχει δυσκολέψει τόσο πολύ, κοιτάμε πάλι το αποτέλεσμα και όχι τις αιτίες.  

Η ιστορία του τόπου μας τα τελευταία 50 χρόνια θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει κάπως την τωρινή κατάσταση..Τα ελαττώματα του λαού μας διογκώθηκαν, καλλιεργήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως άλλοθι. Όμως και πάλι αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες.
Θυμάμαι αμυδρά τη δεκαετία του 80..Νομίζω πως τότε μπήκαν τα θεμέλια της σημερινής αθλιότητας. Μέσα στην επίπλαστη ευδαιμονία και στη δίψα να φτάσουμε τους "Ευρωπαίους" (κάτι που χρόνια πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης μας είχαν στερήσει) έγιναν τρομερά λάθη. Δημιουργήθηκε μια "μεσαία" τάξη χωρίς κανένα ουσιαστικό υπόβαθρο. Μια τάξη που φτιάχτηκε από τις επιδοτήσεις της δεκαετίας του 80, χωρίς να έχει δουλέψει ποτέ για να αναρριχηθεί οικονομικά και πολιτικά, χωρίς ουσιαστική παιδεία και αισθητική.
Αυτή η τεχνητή μεσαία τάξη, έγινε καθεστώς αναπτύχθηκε, επέβαλλε την αισθητική της, γέννησε όμοιους της πολιτικούς, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους. Η δεκαετία του 90 ήταν η εποχή της δόξας της. Ιδιωτική τηλεόραση, επιχειρηματικές φούσκες, ξανθιές τηλεπαρουσιάστριες, άθλιες τραγουδίστριες, πωλήσεις πολυτελών αυτοκινήτων, παράνομα κέντρα διασκέδασης..

Όλοι ζούσαν σα να μην υπήρχε τέλος σε αυτή την φούσκα...Ένα άθλιο κομμάτι της κοινωνίας που ήξερε να χαϊδεύει τα αυτιά του λαού, να του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και να έχει επιστρατεύσει όλους τους κοινωνικούς μηχανισμούς για να το πετύχει...Και ένας ναρκισσιστικός λαός που ομφαλοσκοπούσε, κολακευόταν και χειροκροτούσε...



Οπότε δεν ξέρω και αν υπάρχει κάποια λύση. Πιστεύω πως η δική μου γενιά, εκείνη των 35-40 δεν μπορεί να φέρει την λύση. Δεν έφερε τα προβλήματα αλλά τα άφησε να συμβούν και τώρα τρέχει να ξεφύγει. 
Θέλω να πιστεύω πως οι αυριανοί εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, η επόμενη γενιά, εκείνη που δεν θα έχει μεγαλώσει μέσα στην φούσκα της δεκαετίας του 90, κρατάει και τα κλειδιά της ελευθερίας. Αρκεί το σύστημα και εμείς οι ίδιοι να μην δηλητηριάσουμε το μυαλό και την ψυχή τους.



Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Η Αθήνα και εμείς

Τον τελευταίο καιρό όσο και αν προσπαθώ να γράψω τις συνηθισμένες  ιστορίες μου, η καθημερινότητα της  Ελλάδας δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια. Βρίσκομαι στην Αθήνα αυτές τις μέρες και ένα αίσθημα μελαγχολίας και θυμού με κυριεύει κάθε φορά που περπατάω στους δρόμους. Παρατηρώ γύρω μου και η πραγματικότητα με συνθλίβει. Ειδικά τώρα τον αύγουστο που η πόλη έχει αδειάσει, η ασχήμια και το κενό μοιάζει πιο έντονο απο ποτέ. Απορώ πως καταφέραμε να καταστρέψουμε την αισθητική μας σε τέτοιο βαθμό ώστε το θέαμα της πόλης μας να μην μας ενοχλεί. Αλήθεια πως δεχτήκαμε τέτοια έκπτωση στη ζωή μας αδιαμαρτύρητα? Γιατί δεν αντισταθήκαμε ποτέ στην ασχήμια και στην εγκατάλειψη και αφήσαμε το βρωμικο χρώμα της πόλης να ποτίσει την υπαρξη μας?
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...