Long you live and high you fly

And smiles you"ll give and tears you"ll cry

And all you touch and all you see

Is all your life will ever be




Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ο χρόνος

 Πέρσι αρχές της άνοιξης ήταν, ίσως και νωρίτερα δεν θυμάμαι ακριβώς, έφευγα (πάλι) από μια σύντομη επίσκεψη στο πατρικό μου στην Ελλάδα για να επιστρέψω στην Βόρεια Κορέα. Στην πόρτα του σπιτιού μαζί με τον γιο μου και τις βαλίτσες μας. Η αδερφή μου στο αυτοκίνητο, περίμενε να μας πάει στο αεροδρόμιο.
Στο διπλανό σπίτι  ζούσε  η ηλικιωμένη θεία μου. Βαριά άρρωστη και εξαρτημένη από την αιμοκάθαρση. Η κατάσταση της να πηγαίνει άλλοτε καλά και άλλοτε πολύ άσχημα. Ο γιος της κουραζόταν και αγανακτούσε, η νύφη της την μισούσε.
Εκείνη-που δεν ήταν και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου για να λέμε την αλήθεια- καθόταν μόνη της  με την τηλεόραση μόνιμα ανοιχτή, τον συνδετικό της κρίκο με την ζωή των άλλων- μια ζωή που για εκείνη υπήρχε πλέον μόνο στην οθόνη. 
Μέσα στα σκοτεινά, πολλές φορές παράκουε τις εντολές των γιατρών πίνοντας κάποια μπύρα ή τρώγοντας κάτι απαγορευμένο.  Συχνά μας ζητούσε να πάμε να της αγοράσουμε αυτά τα απαγορευμένα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες για να μας πείσει. Δυσανασχετούσαμε αλλά της τα αγοράζαμε. Δεν ξέρω γιατί υποκύπταμε, ίσως την λυπόμασταν, ίσως θέλαμε απλά να της κάνουμε το χατήρι, ίσως πάλι βαριόμασταν να το συζητήσουμε και θέλαμε να μας αφήσει ήσυχους.
Και έτσι κουτσοζούσε, ανάμεσα σε νοσοκομεία, τις προσβολές της νύφης της, τα λόγια του παιδιού της, τα εγγόνια που δεν έρχονταν να την δουν, την ανοιχτή τηλεόραση και τους ήχους από την διπλανή πολυκατοικία. Αυτή η πολυκατοικία που υψώθηκε ξαφνικά και έκρυψε το μοναδικό κομμάτι ουρανού που ακόμα φαινόταν σε εκείνη την εργατική συνοικία της Αθήνας που μεγάλωσα.
Εκείνη την ημέρα λοιπόν που έφευγα, δεν πήγα να την χαιρετήσω. Ήξερα πως ήθελε πολύ να δει τον γιο μου, όμως βαρέθηκα να πάω. Αδιαφόρησα, δεν έκανα τα δέκα βήματα που μας χώριζαν από την πόρτα της και δεν πήγα. Σκέφτηκα ότι θα την δω την επόμενη φορά, μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα.
Επόμενη φορά δεν υπήρξε. Λίγους μήνες μετά μπήκε στο νοσοκομείο για να μην ξαναβγεί ποτέ. Τα τελευταία λόγια της όπως μου είπαν,  ήταν ότι ήθελε λίγο χρόνο ακόμα-έστω και σε αυτή την ζωή που ζούσε, λίγο χρόνο ακόμα...
Αυτός ο χρόνος που και εγώ νόμιζα ότι είναι απεριόριστος. Ίσως επειδή από τότε που γεννήθηκα την θυμόμουν να μένει δίπλα και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι κάποτε ο χρόνος τελειώνει.
Από εκείνη την ημέρα την σκέφτομαι συχνά. Όχι τόσο για το πως έφυγε αλλά για το πως έζησε, για τον χρόνο που ήθελε και για τον χρόνο που ξόδεψε. Τις σκοτεινές εκείνες ώρες που καθόταν στην μικρή αυλή της με το κρυμμένο κομμάτι του ουρανού και τον λευκό ήχο της τηλεόρασης.
 Αναπόφευκτα θα κάνω συνειρμούς, θα βρεθώ στη θέση της, θα σκεφτώ τον δικό μου χρόνο, την δική μου καρέκλα, το δικό μου κομμάτι ουρανού και τους λευκούς ήχους της ζωής μου. Όχι, οι διαδρομές μας δεν έχουν τίποτα κοινό, όμως ο χρόνος που ξοδεύουμε μας ενώνει. Η σκέψη ότι 

 όσο θα ζητάω εγώ περισσότερο, εκείνος θα μειώνεται. 

Δεν έχω συμβουλές, ούτε κάτι  φιλοσοφημένο να πω. Η απλούστευση του να λες ζήσε τη ζωή στο φουλ και άλλα παρόμοια που θυμίζουν βιβλίο του Κοέλιο ή εγχειρίδιο ευτυχίας του Σούπερ μάρκετ, απλά δεν με καλύπτει. Διότι η ζωή είναι πολύπλοκη και συχνά άδικη και καθημερινά καλούμαστε να κάνουμε επιλογές που όσο ασήμαντες και αν φαίνονται , θα μας ακολουθούν για πάντα. Και ακόμα και η ίδια η επιλογή, είναι συχνά προνόμιο των λίγων.
Δεν ξέρω λοιπόν τι να πω για τη ζωή, για το χρόνο που ξοδεύουμε, για τα όχι και και τα ναι που λέμε και που μας ορίζουν. 
Να πω ότι βρήκα τις απαντήσεις στην μητρότητα, δεν θα πω  την αλήθεια. Να πω ότι βρήκα τις απαντήσεις στα ταξίδια, πάλι μισές αλήθειες θα σας πω.
 Ίσως τελικά οι απαντήσεις απλά να μην υπάρχουν.
Και έτσι να γεννιόμαστε, να ζούμε και να φεύγουμε παρακαλώντας να μας δοθεί λίγος χρόνος ακόμα...


"So you run and you run to catch up with the sun but it's sinking
Racing around to come up behind you again.
The sun is the same in a relative way but you're older,
Shorter of breath and one day closer to death
"
(Pink Floyd "Time")

5 σχόλια:

Αγγελική είπε...

Στα ίδια μήκη κινούνται οι σκέψεις μας, Φραγκίσκα !

Κι εγώ ανάλογα σκέφτομαι !!!

Fran είπε...

Δυςκολες καταστάσεις Αγγελική...

Φεγγαράκι είπε...

Η νύφη της την μισούσε και την προσέβαλε; Γιατί; Ποιά; Την βαριά άρρωστη, κρεβατωμένη και εξαρτημένη από την αιμοκάθαρση; Τι να πω.

Fran είπε...

Η ιστορια ξεκιναει πριν αρρωστησει-υπηρχαν θεματα απο πολυ παλια. Οπως ειπα η θεια ηταν δυσκολος ανθρωπος κ εκανε αρκετα λαθη με τη νυφη της. Απλα θεωρω οτι απο τη στιγμη που αρρωστησε πλεον τα μιση μπαινουν στην ακρη κ οταν ο αλλος ειναι ανημπορος κ δεν μπορει να αντιδρασει δεν παιρνεις τοτε την εκδικηση σου. Ας εισαι μαγκας να το κανεις οταν ο αγωνας ηταν ισοτιμος.

Ανώνυμος είπε...

Η απάντηση είναι στο άθροισμα των επιλογών όποιες είναι αυτές που έχεις. Ισως ήθελε λίγο χρόνο ακόμα για να βρει την Αλήθεια που καποιοι τυχαίνει να τη βρουν άλλοι λιγότερο διότι ειναι σαν τον Ήλιο, αλλοτε κοιτάς μια αχτίδα αλλοτε σου τυφλώνει τα μάτια και σου ζεσταίνει τη ψυχή. Το καταλαβαίνεις ότι είδες την Αλήθεια ή όχι. Λέει Ο Νικ Κειβ στη ταινια του 20.000 μέρες πάνω στη γη: "In the end I am not interested in that which I fully understand.
The words that have been written over the years are just a vernier. There are TRUTHS (emphasis in his voice) that are lying below the surface of the words. Truths...Art...Performing...what is this all about?
Its to create a space where The Creature can break through what is real and what is known to us. This shivering space where imagination and reality intersect this is where LOVE, and Tears and Joy exist. This is the place where we all live". Στέλλα από το φ/β

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...