Long you live and high you fly

And smiles you"ll give and tears you"ll cry

And all you touch and all you see

Is all your life will ever be




Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ο Ισμαήλ

Σήμερα αποφάσισα να αφήσω την θλιβερή ελληνική πραγματικότητα και να επιστρέψω πάλι στην Αφρική..Αυτή τη φορά όχι στην Ουγκάντα αλλά σε μια σκονισμένη χώρα της Κεντρικής Αφρικής που στριμωγμένη ανάμεσα στη Λιβύη, το Σουδάν, τη Νιγηρία και το Καμερούν προσπαθεί να επιβιώσει κάτω απο τον καυτό ήλιο του Σαχέλ...
Στο Τσαντ λοιπόν, την χώρα της ερήμου, όπου οι θερμοκρασίες μπορούν να φτάσουν μέχρι τους 50 βαθμούς Κελσίου και οι ελάχιστες βροχές αποτελούν για τους κατοίκους τη μοναδική πηγή ζωής και ελπίδας για το μέλλον.

Η παραμονή μου στο Τσαντ ήταν σύντομη, παράξενη και περιπετειώδης. Έφτασα στη μικρή νυσταγμένη πόλη του Abeche με το ναυλωμένο αεροπλάνο της  Serv Air. Η αποπνικτική ζέστη είναι το πρώτο που νιώθεις κατεβαίνοντας στο πρόχειρο αεροδρόμιο..Ένα τοπίο αφιλόξενο, πρωτόγνωρο και συνάμα συναρπαστικό. Κτήρια στο χρώμα της άμμου, άντρες με άσπρες κελεμπίες σε κοιτούν βαριεστημένα και γυναίκες με πολύχρωμες μαντίλες και παιδιά δεμένα στις πλάτες κάθονται νωχελικά στους σκονισμένους δρόμους. Στη μέση της πόλης το πέτρινο τζαμί με την τραγουδιστή φωνή του μουεζίνη να καλεί τους πιστούς. Και πέρα, όσο φτάνει να αγκαλιάσει το βλέμμα σου η έρημος..


Η πόλη κάποτε η ένδοξη πρωτεύουσα του Σουλτανάτου του Καντάϊ, οφείλει την άνθιση της στο δουλεμπόριο: υπήρξε ο μεγαλύτερος σταθμός σκλάβων της Κεντρικής  Αφρικής. Στις πλατείες και τα τεμένη, χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά πουλήθηκαν απο τους άραβες δουλεμπόρους στα παζάρια της Μέσης Ανατολής και της Ασίας. Όταν η δουλεία άλλαξε μορφή, η πόλη παρήκμασε..τα πηγάδια ξεράθηκαν και ο πληθυσμός αποδεκατίστηκε απο τις ασθένειες και τη δίψα..

Σήμερα το Abeche γνωρίζει μια νέα ακμή: τα έσοδα της δουλείας αντικαταστάθηκαν απο τα έσοδα της ανθρωπιστικής βοήθειας. Η πόλη είναι το κέντρο διανομής της επισιτιστικής βοήθειας στους προσφυγικούς καταυλισμούς που έχουν αναπτυχθεί στις ανατολικές παρυφές της. Πάνω απο 200.000 πρόσφυγες απο το Νταρφούρ ζουν και πεθαίνουν στους 12 καταυλισμούς γύρω απο το Abeche κάτω απο το βλέμμα των διεθνών οργανώσεων και του κυβερνητικού στρατού.....Μια ζωή που θυμίζει αρχαία τραγωδία με τους ήρωες να πρωταγωνιστούν σε ένα άνισο δράμα του οποίου η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη..



Οι καταυλισμοί απλώνονται μέσα στην απέραντη έρημο σαν μικροί πέτρινοι βράχοι στο άπειρο...Τα συρματοπλέγματα οριοθετούν το μέλλον και το παρελθόν. Πίσω τους  χιλιάδες ψυχές στοιβάζονται στις χωμάτινες καλύβες και στις πλαστικές τέντες της Ύπατης Αρμοστείας περιμένοντας την επόμενη διανομή. Άδεια σακιά, απο τον αμερικανικό λαό, πλαστικές τσάντες, γυμνά παιδιά, σκουπίδια και φοβισμένα βλέμματα..Και ανάμεσα τους τοπικοί "άρχοντες" και αυτοκληθέντες εκπρόσωποι διαπραγματεύονται ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει...


Ο Ισμαήλ, ο οδηγός μας,  ήταν από τους ανθρώπους που έμοιαζαν να μην χάνουν ποτέ το κέφι τους. Μας υποδεχόταν κάθε πρωί με ένα πλατύ χαμόγελο και είχε πάντα μια καλή κουβέντα να πει για όλους. Δεν είχα ακούσει ποτέ τον Ισμαήλ να παραπονιέται για τίποτα. Πάντα ευδιάθετος και γελαστός παρόλο που ο ίδιος δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλη ζωή από εκείνη του πρόσφυγα..Η ιστορία του εκείνη χιλιάδων παιδιών του πολέμου. Όταν ο κυβερνητικός στρατός έκαψε το χωριό του και οι παρακρατικοί βίασαν και σκότωσαν τη μητέρα και τις αδερφές του, μια ανθρωπιστική οργάνωση τον μετέφερε στους πρώτους καταυλισμούς του Abeche. Μεγάλωσε μόνος του, ανάμεσα στα χαρτόκουτα και τις γαλάζιες τέντες του ΟΗΕ, φτιάχνοντας ρούχα από τα άδεια σακιά των τροφίμων και παπούτσια από σκισμένα λάστιχα..΄

Το σπίτι του Ισμαήλ βρισκόταν στην πιο ήσυχη περιοχή του καταυλισμού.  Ένα χωμάτινο κτίσμα με ψάθινη οροφή,  προνόμια που του έδινε η δουλειά του ως οδηγός μια ξένης οργάνωσης. Μια μικρή περιποιημένη αυλή, οριοθετημένη κυκλικα με στρογγυλές άσπρες πέτρες και όμορφα παρτέρια απο λαχανικά.
Ενα μικρό κορίτσι  έπαιζε απορροφημένο ένα φανταστικό παιχνίδι με τις πέτρες. Φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και τα καλοχτενισμένα κοτσιδάκια στα μαλλιά  στόλιζαν γαλάζιες και κόκκινες χάντρες. Ο Ισμαήλ βγήκε χαμογελώντας να μας υποδεχτεί. Για πρώτη φορά δεν φορούσε το πουκάμισο κ το μαύρο παντελόνι αλλά την άνετη παραδοσιακή κελεμπία. Μας αγκάλιασε με τα μεγάλα του χέρια και μας κάλεσε να μπούμε στο σπίτι του. Ένα ταπεινό δωμάτιο, επιμελώς σκουπίσμένο και στρωμένο με τις πολύχρωμες ψάθες του Abeche που έδιναν μια γλυκειά θαλπωρή στο χώρο.
Στα πόδια του Ισμαήλ, ένα μικρό αγόρι χαμογελούσε παιιχνιδιάρικα κρατώντας σφιχτά την κελεμπία του πατέρα του. Ο Ισμαήλ σήκωσε το παιδί  ψηλά και εκείνο ξεκαρδίστικε στα γέλια. Πίσω από το χώρισμα του δωματίου η Λαιλα, ντυμένη με ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα που έκρυβε κάπως την προχωρημένη της εγκυμοσύνη μας κοιτούσε ντροπαλά. Ο Ισμαήλ την πήρε τρυφερά από το χέρι και την έφερε στο δωμάτιο. Από τον τρόπο που κοιτούσε η κοπέλα τον Ισμαήλ, φαινόταν πως ήταν για εκείνη το κέντρο του κόσμου της. Γρήγορα η Λαιλα έφυγε από το δωμάτιο για να επιστρέψει αργότερα με μια δροσερή τσίγκινη κανάτα με κατσικίσιο γάλα και πεντανόστιμες  τραγανές πίτες.
Στο διπλανό πάγκο ένα παλιό μαύρο ραδιόφωνο, το πιο πολύτιμο απόκτημα της οικογένειας, το οποίο ο Ισμαήλ μας έδειξε γεμάτος περηφάνια. Δίπλα σε περίοπτη θέση ένα πράσινο χαρτί με αραβικούς χαρακτήρες στόλιζε τον χώρο. Ρώτησα τον Ισμαήλ τι γράφει. Το πρόσωπο του φωτίστηκε και κοιτώντας με στα μάτια απάντησε  πως είναι το χαρτί της εγγραφής των παιδιών στο σχολείο. Η ελπίδα του για το μέλλον και το άπιαστο όνειρο : το σχολείο...Η ζωή τους άρχισε στους καταυλισμούς, αλλά δεν θα τελείωνε εκεί,  είπε με αποφασιστικότητα...


Λίγο καιρό αργότερα τα νέα μας βρήκαν απροετοίμαστους και μπερδεμένους. Αντάρτες, κυβερνητικοί,  παραστρατιωτικοί, κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν έμαθε ποτέ, επιτέθηκαν σε πέντε από τους δώδεκα καταυλισμούς. Ο καταυλισμός που έμενε ο Ισμαήλ ήταν από εκείνους που καταστράφηκαν ολοσχερώς. Εκατοντάδες γυναίκες και παιδιά, πλήρωσαν με τη ζωή τους την αδυναμία της κυβέρνησης και των διεθνών οργανισμών να συμφωνήσουν για την προστασία τους.
Το χαμόγελο του Ισμαήλ έσβησε για πάντα εκείνη την νύχτα. Δεν θέλησα ποτέ να μάθω λεπτομέρειες...Θέλω να τον θυμάμαι  όπως τον αφήσαμε εκείνη την ημέρα στο όμορφο σπίτι του, με το ζεστό του χαμόγελο και τον μικρό του γιο στην αγκαλιά..Και δίπλα του τη Λαιλα να τον κοιτάζει στα μάτια σαν να είναι το κέντρο του κόσμου..Κάπως έτσι θα είναι μαζί και στον παράδεισο..αν υπάρχει...

7 σχόλια:

Μαζί... KaPa είπε...

Γράφεις απίστευτα, είσαι απίστευτη...είναι τόσο συγκλονιστικά όλα όσα έχεις ζήσει και μας μεταφέρεις...Τόσο σκληρή είναι η ζωή για κάποιους ανθρώπους!!! Απίστευτο, να είσαι καλά και να έχεις κουράγιο...πολλές ευχές!!

Ανώνυμος είπε...

καμια φορά, όταν σε διαβάζω, μου φαίνονται όλα τοσο μάταια, και η στιγμή τόσο πολύτιμη.

Ανώνυμος είπε...

Α ρε Φραν, ελιωσα στο κλαμα... Να σαι καλα... Κλεό

Ανώνυμος είπε...

δεν εχω λόγια...
θαλεια

not-just-mums είπε...

σκατά. μακάρι έστω για έναν "καταδικασμένο" το όνειρο να γίνει πραγματικότητα. να σπάσει ο κύκλος.

Φεγγάρι είπε...

Σε ευχαριστούμε Φραν που μοιράστηκες την ιστορία...

Φεγγάρι είπε...

(Η ζωή τους άρχισε στους καταυλισμούς, αλλά δεν θα τελείωνε εκεί) είπε με αποφασιστικότητα.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...